χειραγωγός

χειραγωγός
ο, ΝΜΑ
1. αυτός που οδηγεί κάποιον κρατώντας τον από το χέρι (α. «χειραγωγός τού τυφλού» β. «ἔπεσεν ἐπ' αὐτὸν ἀχλὺς καὶ σκότος καὶ περιάγων ἐζήτει χειραγωγούς», ΚΔ)
2. αυτός που καθοδηγεί κάποιον, καθοδηγητής («ὁ κοινὸς ἡμῶν ἐπὶ τὴν φωτοδοσίαν χειραγωγός», Δίον. Αρ.)
νεοελλ.
1. ναυτ. σχοινί στις πλευρές σκάλας ή γέφυρας πλοίου για να στηρίζονται όσοι ανεβοκατεβαίνουν ή διέρχονται από αυτήν, κν. βαρδαμάνα και βαρδατζέντα
2. ανάλογο, ξύλινο ή μεταλλικό στήριγμα σε σκάλα σπιτιού, χειρολαβή.
[ΕΤΥΜΟΛ. < χειρ(ο)-* + ἀγωγός (< ἄγω), πρβλ. δημ-αγωγός].

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Look at other dictionaries:

  • χειραγωγός — leading masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χειραγωγός — ο 1. αυτός που οδηγεί κάποιον από το χέρι. 2. καθοδηγητής, σύμβουλος. 3. σκοινί στις πλευρές γέφυρας, σκάλας κ.ά., για στήριξη των χεριών αυτού που τις περνά ή κινείται πάνω σ’ αυτές …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • χειραγωγοί — χειραγωγός leading masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χειραγωγούς — χειραγωγός leading masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χειραγωγῷ — χειραγωγός leading masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χειραγωγόν — χειραγωγός leading masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βενζινάκατος — Ταχύ σκάφος μικρού εκτοπίσματος, εφοδιασμένο με έναν ή δύο κινητήρες εσωτερικής καύσης. Τα κριτήρια και τα υλικά για την κατασκευή των β. είναι όμοια με αυτά που εφαρμόζονται για άλλα πλωτά μέσα μικρών διαστάσεων. Το μεγαλύτερο μέρος του σκάφους… …   Dictionary of Greek

  • ερκάνη — η (AM ἑρκάνη) [έρκος] νεοελλ. 1. ναυτ. ξύλινος ή σιδερένιος χειραγωγός που περικλείει τα κιγκλιδώματα τών ιστών, γεφυρών κ.λπ. τών πλοίων 2. λιθόκτιστο ή ξύλινο φράγμα κατά μήκος τού κρηπιδώματος μιας παραλίας ή ενός ποταμού αρχ. 1. φραγμός,… …   Dictionary of Greek

  • ζεύγμα — το (AM ζεῡγμα) [ζεύγνυμι] κάθε τι που χρησιμοποιείται για ζεύξη, για σύνδεση, δεσμός, σύνδεσμος 2. φρ. α) «ζεύγμα λιμένος» φράγμα από πλοία που φράζουν την είσοδο τού λιμανιού με το οποίο αποκλείεται η είσοδος ή η έξοδος β) «ζεύγμα ποταμού»… …   Dictionary of Greek

  • χειρ(ο)- — ΝΜΑ α συνθετικό μεγάλου αριθμού λέξεων, ιδίως ονομάτων, όλων τών περιόδων τής Ελληνικής, το οποίο ανάγεται στη λέξη χείρ, χειρός «χέρι». Τα σύνθετα με χειρ(ο) μπορεί να αναφέρονται γενικά στο χέρι, ενώ ειδικότερα δηλώνουν την ενέργεια που γίνεται …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”